No name

Veronica oetaea*  (Φωτο: Γιώργος Καρέτσος)

Η Veronica oetaea* είναι ένα μικροσκοπικό φυτό, εξειδικευμένος κάτοικος  των εποχικών λιμνίων σε μεγάλο υψόμετρο (είδος οικοτόπου 3170*). Είναι ενδημικό του ορεινού όγκου της Οίτης και απαντάται σε δύο μόνο τοποθεσίες: στο οροπέδιο Λειβαδιές και στη κορυφή Γρέβενο στη περιοχή του Εθνικού Δρυμού Οίτης. Συμπεριλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Σπανίων και Απειλουμένων Φυτών της Ελλάδας ως κρισίμως κινδυνεύον εíδος.

Καφέ Αρκούδα (Ursus arctos*). (Φωτο: Νίκος Πέτρου)

Οι αρκούδες κάποτε ήταν κοινές σε πολλά μέρη του κόσμου, όπως και σε όλη την Ευρώπη. Σήμερα, και τα 8 είδη αρκούδας που υπάρχουν έχουν σημαντικά μειωμένη κατανομή και απειλούνται κυρίως από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Στη Δυτική Ευρώπη, αρκούδες πλέον απομένουν σε μικρούς αριθμούς μόνο στα Πυρηναία και στη Κανταβρία, καθώς και στα Απέννινα και τις Άλπεις στην Ιταλία. Στην Ανατολική Ευρώπη, οι πληθυσμοί είναι αρκετά πιο μεγάλοι.

Η Καφέ Αρκούδα αναφέρεται ως είδος προτεραιότητας στο παράρτημα II της Ευρωπαϊκής οδηγίας 92/43 EEC. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Δασικό Κώδικα (νομοθετικό διάταγμα 86/1969, άρθρο 258) απαγορεύεται η θανάτωση, σύλληψη, κατοχή και έκθεση της Καφέ Αρκούδας. Βάσει την ελληνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας είναι πλήρως προστατευόμενο είδος, και περιλαμβάνεται στο Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ειδών. Στη χώρα μας, αρκούδες απαντώνται σε δύο ξεχωριστούς γεωγραφικούς χώρους. Η κύρια δυτική περιοχή κατανομής  βρίσκεται στα βουνά της Πίνδου στη βορειοδυτική Ελλάδα (νομοί Φλώρινας, Καστοριάς, Κοζάνης, Ιωαννίνων, Γρεβενών και Τρικάλων), ενώ η κύρια ανατολική περιοχή κατανομής βρίσκεται στη βορειοανατολική χώρα, στα βουνά της Ροδόπης.

Ο ελάχιστος πληθυσμός της Καφέ Αρκούδας στη χώρα εκτιμάται σε 190 άτομα, από τα οποία τα 160 βρίσκονται στη δυτική και 30 στην ανατολική περιοχή κατανομής της. Τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί παρουσία αρκούδων και σε άλλες περιοχές, μεταξύ των οποίων και η Οίτη, αλλά το βιολογικό υπόβαθρο αυτής της διασποράς δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητό.

Αιγωλιός (Aegolius funerus*). (Φωτο: Νίκος Πέτρου)

Ο Αιγωλιός είναι ένα μικρό, νυκτόβιο, δασόβιο αρπακτικό πουλί. Ζει σε δάση με αιωνόβια δέντρα πευκής και ελάτης, σε υψόμετρα έως και 1.600 μέτρα, και απαναντάται συχνά στις παρυφές των δασικών ανοιγμάτων όπου και κυνηγά τη λεία του. Είναι άμεσα εξαρτημένος από τη παρουσία μικρών θηλαστικών και ευνοϊκών θέσεων φωλιάσματος. Η εξάπλωσή του στη βόρεια Ευρώπη είναι εκτεταμένη, νοτιότερα όμως είναι τοπική και διάσπαρτη.

Στην Ελλάδα είναι ένας πολύ σπάνιος κάτοικος και έχει εντοπιστεί μόνο σε 7 περιοχές. Στην Οίτη, έχει καταγραφεί μία φορά, από τον Peus, το 1954, σε δάση ελάτης και μαύρης πεύκης σε μεγάλο υψόμετρο. Από τότε, υπάρχει μόνο μία ακόμα, πολύ πρόσφατη αναφορά. Ένα πουλί παρατηρήθηκε το 2010, στα 1.800 μέτρα (Α. Χριστόπουλος, Περιοδικό "Η ΦΥΣΗ", Απρίλιος-Ιούνιος 2011).

Ο ελληνικός πληθυσμός καλύπτει το νοτιότερο άκρο της σημερινής κατανομής του είδους και θεωρείται "πληθυσμός οπισθίου ορίου", άρα είναι ευάλωτος σε περιβαλλοντικές μεταβολές και ιδιαίτερα στην κλιματική αλλαγή.

Πετροπέρδικα. (Φωτο: Νίκος Πέτρου)

Η Πετροπέρδικα θεωρείται ορεινό είδος, αν και η παρουσία της καταγράφεται σε ένα ευρύ φάσμα υψομέτρων, ακόμη και κοντά στο επίπεδο της θάλασσας. Ζει συνήθως σε ανοιχτές, βραχώδεις, ξηρές και απότομες βουνοπλαγιές. Η διατροφή της αποτελείται από έντομα, σπόρους, ρίζες και γενικά μία ποικιλία φυτών, ανάλογα με την εποχή. Ο βιότοπος αναπαραγωγής είναι παρόμοιος με το βιότοπο τροφοληψίας και συνήθως βρίσκονται  σε απόσταση μικρότερη των 3 χιλιομέτρων από νερό.

Αν και είναι σημαντικό θηρεύσιμο είδος, δεν έχει ως τώρα επαρκώς μελετηθεί. Υπάρχουν δύο δημοσιευμένες εκτιμήσεις σχετικά με τον συνολικό ελληνικό πληθυσμό αυτού του είδους. Οι Tucker & Heath (1994) τον εκτιμούν σε 2.000-5.000 ζεύγη, και το Birdlife International (2004) σε 7.000-13.000 ζεύγη

Μαύρος Δρυοκολάπτης (Dryocopus martius*). (Φωτο: Νίκος Πέτρου)

Ο Μαύρος Δρυοκολάπτης είναι ένας γεροδεμένος δρυοκολάπτης, με μέγεθους περίπου κορακιού. Προτιμά  σε ώριμα δάση που έχουν φτάσει σε καταληκτική φυτοκοινωνία “κλίμαξ”, κατά προτίμηση αραιά, που όμως σχηματίζουν εκτεταμένες αδιάσπαστες συστάδες.  Στην Ελλάδα είναι ένα αρκετά διαδεδομένο, αλλά σπάνιο επιδημητικό είδος.  Στα όρη Οίτη και Καλλίδρομο η παρουσία του περιορίζεται στα ώριμα δάση κωνοφόρων στα μεγαλύτερα υψόμετρα.

Ο Μαύρος Δρυοκολάπτης σκάβει τις φωλιές του σε ψηλούς κορμούς με μεγάλο σχετικά μέγεθος. Θεωρείται, μάλιστα, ο "εργολάβος" των δασών, αφού πολλά είδη που φωλιάζουν σε τρύπες, συμπεριλαμβανομένου του Αιγωλιού, χρησιμοποιούν τις εγκαταλελειμμένες φωλιές του.

Λευκονώτης Δρυοκολάπτης (Dendrocopos leucotos*). (Φωτο: Νίκος Πέτρου)

Ο Λευκονώτης Δρυοκολάπτης είναι  διαδεδομένος κάτοικος στα Ευρωπαϊκά εύκρατα δάση. Τρέφεται κυρίως με έντομα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με καρπούς και μούρα, όχι όμως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής. Θηρεύει έντομα σκάβοντας με το ράμφος του το ξύλο των νεκρών και σάπιων φυλλοβόλων δέντρων.  Επειδή είναι εξαρτημένος σε μεγάλο βαθμό από νεκρά ή δέντρα που πεθαίνουν, η κατανομή του στην Ευρώπη έχει συρρικνωθεί σημαντικά μετά την εισαγωγή των σύγχρονων πρακτικών διαχείρισης των δασών.

Ο πληθυσμός εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρείται διασπασμένος και μειώνεται. Στην Ελλάδα, είναι σπάνιος κάτοικος με ευρεία  κατανομή και ο συνολικός πληθυσμός υπολογίζεται στα 500-2.000 ζεύγη.
 

Σταχτής Δρυοκολάπτης (Picus canus*). (Φωτο: Νίκος Πέτρου)

Πρόκειται για ενός μεσαίου μεγέθους δρυοκολάπτη, με ευρεία κατανομή στις βόρειες και εύκρατες περιοχές της Ευρασίας, από τη Γαλλία μέχρι την Ιαπωνία. Ζει κυρίως σε αρκετά αραιά φυλλοβόλα ή μικτά ορεινά δάση, αλλά και σε πάρκα και κήπους των πόλεων.

Ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμάται σε 20.000-25.000 ζευγάρια. Αν και το είδος αυτό σπάνια εμφανίζεται πάνω από τα 600 μέτρα στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, σε ορισμένες περιοχές συναντάται πάνω από τα 1.000 μέτρα και, τοπικά, ακόμα και πάνω από 2.000 μέτρα.

Στην Ελλάδα είναι σπάνιος και εντοπισμένος κάτοικος, και ο συνολικό πληθυσμός του εκτιμάται σε 50-200 ζευγάρια. Ο πληθυσμός της Οίτης είναι ο νοτιότερος στη χώρα και είναι απομονωμένος από τους πληθυσμούς σε πιο βόρειες περιοχές.

Εποχικό λιμνίο στην Οίτη. (Φωτο: Γιώργος Καρέτσος)

Στο όρος Οίτη (GR2440004) ο οικότοπος αυτός, έχει χαρτογραφηθεί σε 3 περιοχές  με συνολική έκταση 0.03  εκτάρια (Λειβαδιές, Γρέβενο, Λούκα). Εμφανίζεται επίσης σε ένα ακόμα μικρό λιμνίο  βόρεια της κορυφής Τράπεζα. Ο οικότοπος παρουσιάζεται σε μικρες  κοιλότητες σε γκρίζο φλύσχη. Εκεί , όταν λιώνει το χιόνι, δημιουργούνται  ρηχά λιμνία, τα οποία τελικά ξηραίνονται νωρίς το καλοκαίρι. Χαρακτηριστικά είδη είναι τα Corrigiola litoralis, Ranunculus lateriflorus, Myosurus minimus, Lythrum tribracteatum και Veronica oetaea*.

Στο όρος Καλλίδρομο (GR2440006) οι πληροφορίες για τον βιότοπο αυτό είναι ανεπαρκείς. Υπάρχουν 3 εποχικά λιμνία: δυο μεγάλα στη Νεβρόπολη και στη Σουβάλα (με έκταση περίπου 2–4 εκτάρια το καθένα) και ένα μικρότερο (<0.05 εκτάρια) ανατολικά της Νεβρόπολης. Σύμφωνα με το Τυποποιημένο Έντυπο Δεδομένων για την τοποθεσία αυτή, στα λιμνία αυτά αναπτύσσεται τυπική εαρινή υδρόβια χλωρίδα με είδη όπως τα Myosurus minimus, Polygonum aviculare, Juncus bufonius, Ranunculus lateriflorus, Gnafalium uliginosum, Mentha cervina και Isoetes heldreichii.

Actions: 
Ημι-φυσικά ξηρά λιβάδια σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα.  (Φωτο: Γιώργος Καρέτσος)

Αυτός ο οικότοπος απαντάται στο όρος Καλλίδρομο (GR2440006), σε ασβεστολιθικά οροπέδια σε μεγάλο υψόμετρο. Τα λιβάδια αυτά έχουν υψηλή κάλυψη (90–100 %) με χαρακτηριστικά είδη τα Filipendulla vulgaris, Festuca rubra, Festuca valesiaca, Hordeum bulbosum, Prunella laciniosa, Potentilla recta, Stipa spp., Poa bulbosa, Teucrium chamaedrys, Melica ciliata, Scabiosa columbaria, Sanguisorba minor. Εκεί απαντούν επίσης διάφορα είδη κρόκων και ορχιδεών (π.χ. Orchis mascula).

Τα λιβάδια χρησιμοποιήθηκαν για τη βόσκηση αιγοπροβάτων μέχρι και πριν 15 χρόνια. Σήμερα η βόσκηση γίνεται ως επί το πλείστον από βοοειδή, αν και έχει μειωθεί λόγω της γενικής μείωσης της κτηνοτροφίας στην περιοχή. Παρ' όλα αυτά, μερικά από τα λιβάδια ακόμα βόσκονται εντατικά και εκεί η χλωριδική σύνθεση περιλαμβάνει άφθονα είδη γαϊδουράγκαθων.

Χλοώδεις διαπλάσεις με Nardus, ποικίλων ειδών, σε πυριτιούχα υποστρώματα στην Οίτη. (Φωτο: Νίκος Πέτρου)

Ο οικότοπος αυτός συναντάται στο όρος Οίτη (GR2440004), σε οροπέδια μεγάλου υψομέτρου, με συνολική έκταση 526 εκτάρια. Η φυτοκάλυψη σε αυτές τις χλοώδεις διαπλάσεις φτάνει το 100%. Τα συχνότερα εμφανιζόμενα τυπικά είδη είναι τα Alopecurus gerardii, Nardus stricta, Ranunculus sartorianus, και Phleum alpinum. Στον οικότοπο αυτό έχουν καταγραφεί περισσότερα από 80 είδη φυτών.

Στα λιβάδια αυτά γινόταν εντατική βόσκηση από αιγοπρόβατα μέχρι και πρίν από 30 χρόνια. Σήμερα, στον πυρήνα του Εθνικού Δρυμού η βόσκηση απαγορεύεται, ενώ στην υπόλοιπη έκταση η βόσκηση έχει μειωθεί λόγω της γενικής μείωσης κτηνοτροφίας στην περιοχή.

Σελίδες

Designed - Developed by stinpriza.org | Powered by Drupal
Τα περιεχόμενα του https://foropenforests.org, διανέμεται υπό την άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 3.0 Ελλάδα